matar
ma
ma
ma
tar
ˈtaɾ
tar
mutarmajarmamar

Ορισμός και σημασία του "matar"στα ισπανικά

01

σκοτώνω, δολοφονώ

causar la muerte de alguien o de un animal 
matar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mato
γ΄ ενικό πρόσωπο
mata
ενεστώτα μετοχή
matando
απλός αόριστος
mató
παθητική μετοχή
matado
Παραδείγματα
El criminal mató a su víctima en el robo. 

Ο εγκληματίας σκότωσε το θύμα του κατά τη διάρκεια της ληστείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store