Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matar
01
σκοτώνω, δολοφονώ
causar la muerte de alguien o de un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mato
γ΄ ενικό πρόσωπο
mata
ενεστώτα μετοχή
matando
απλός αόριστος
mató
παθητική μετοχή
matado
Παραδείγματα
El veneno mató a la rata en segundos.
Το δηλητήριο σκότωσε τον αρουραίο σε δευτερόλεπτα.



























