Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La masa
01
μάζα, ποσότητα ύλης
cantidad de materia que tiene un objeto o cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La masa de la Tierra es mucho mayor que la de la Luna.
Η μάζα της Γης είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Σελήνης.
02
ζύμη, μείγμα ζύμης
una mezcla blanda de líquidos y harina para hacer pasteles o freír
Παραδείγματα
Preparamos una masa para tempura muy ligera y crujiente.
Ετοιμάζουμε μια πολύ ελαφριά και τραγανή ζύμη για τεμπούρα.



























