la masa
ma
ˈma
ma
sa
sa
sa
masía

Ορισμός και σημασία του "masa"στα ισπανικά

01

μάζα, ποσότητα ύλης

cantidad de materia que tiene un objeto o cuerpo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La masa de la Tierra es mucho mayor que la de la Luna. 

Η μάζα της Γης είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Σελήνης.

02

ζύμη, μείγμα ζύμης

una mezcla blanda de líquidos y harina para hacer pasteles o freír 
Παραδείγματα
Preparamos una masa para tempura muy ligera y crujiente. 

Ετοιμάζουμε μια πολύ ελαφριά και τραγανή ζύμη για τεμπούρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store