Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manuscrito
01
χειρόγραφος
escrito a mano
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más manuscrito
συγκριτικός βαθμός
más manuscrito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manuscrito
αρσενικό πληθυντικό
manuscritos
θηλυκό ενικό
manuscrita
θηλυκό πληθυντικό
manuscritas
Παραδείγματα
La firma debe ser manuscrita, no impresa.
Η υπογραφή πρέπει να είναι χειρόγραφη, όχι τυπωμένη.
El manuscrito
[gender: masculine]
01
χειρόγραφο
un libro o texto original escrito a mano o preparado para la publicación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manuscritos
Παραδείγματα
El manuscrito estaba escrito en una lengua antigua.
Το χειρόγραφο ήταν γραμμένο σε μια αρχαία γλώσσα.



























