manso
man
ˈman
man
so
so
so
mandomango

Ορισμός και σημασία του "manso"στα ισπανικά

01

ήπιος, υπάκουος

que es tranquilo, dócil y fácil de manejar, especialmente un animal 
manso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más manso
συγκριτικός βαθμός
más manso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manso
αρσενικό πληθυντικό
mansos
θηλυκό ενικό
mansa
θηλυκό πληθυντικό
mansas
Παραδείγματα
El caballo es manso y se deja montar sin problemas. 

Το άλογο είναι ήμερο και αφήνει να το καβαλήσουν χωρίς προβλήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store