el maníaco

Ορισμός και σημασία του "maníaco"στα ισπανικά

01

μανιακός

persona que actúa de manera muy extraña o irracional
el maníaco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maníacos
Παραδείγματα
No sabían cómo detener al maníaco.
Δεν ήξεραν πώς να σταματήσουν τον μανιακό.
01

μανιακός, φρενήρης

que muestra una energía excesiva o un comportamiento frenético
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más maníaco
συγκριτικός βαθμός
más maníaco
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maníaco
αρσενικό πληθυντικό
maníacos
θηλυκό ενικό
maníaca
θηλυκό πληθυντικό
maníacas
Παραδείγματα
El equipo trabajaba de manera maníaca para terminar a tiempo.
Η ομάδα εργαζόταν με μανιακό τρόπο για να τελειώσει εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store