Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El maníaco
01
μανιακός
persona que actúa de manera muy extraña o irracional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maníacos
Παραδείγματα
El maníaco gritaba en la calle sin razón.
Ο μανιακός φώναζε στο δρόμο χωρίς λόγο.
maníaco
01
μανιακός, φρενήρης
que muestra una energía excesiva o un comportamiento frenético
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más maníaco
συγκριτικός βαθμός
más maníaco
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maníaco
αρσενικό πληθυντικό
maníacos
θηλυκό ενικό
maníaca
θηλυκό πληθυντικό
maníacas
Παραδείγματα
Estaba maníaco preparando todos los detalles de la fiesta.
Ήταν μανιακός προετοιμάζοντας όλες τις λεπτομέρειες του πάρτι.



























