Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El maquillaje
01
μακιγιάζ
producto o conjunto de productos para embellecer o cubrir el rostro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ella siempre lleva maquillaje cuando sale.
Φοράει πάντα μακιγιάζ όταν βγαίνει.



























