Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La manada
01
αγέλη, κοπάδι
grupo de animales de la misma especie que viven o se mueven juntos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manadas
Παραδείγματα
Una manada de elefantes cruzaba la sabana.
Ένα κοπάδι ελεφάντων διέσχιζε τη σαβάνα.



























