Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
luchar
01
πολεμώ, αγωνίζομαι
pelear con alguien, especialmente en una guerra o enfrentamiento físico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lucho
γ΄ ενικό πρόσωπο
lucha
ενεστώτα μετοχή
luchando
απλός αόριστος
luchó
παθητική μετοχή
luchado
Παραδείγματα
Los rebeldes lucharon contra el gobierno.
Οι επαναστάτες πολέμησαν κατά της κυβέρνησης.



























