Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La logística
[gender: feminine]
01
λογιστική, λογιστική οργάνωση
planificación y organización del transporte, almacenamiento y distribución de productos o recursos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los retrasos en la logística afectaron la producción.
Οι καθυστερήσεις στη λογιστική επηρέασαν την παραγωγή.



























