Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El lomo
01
φιλέτο, λούμι
parte magra y alargada de la carne que se saca del dorso de un animal, como el cerdo o la vaca
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lomos
Παραδείγματα
Compré un kilo de lomo de cerdo.
Αγόρασα ένα κιλό χοιρινό lomo.
02
ράχη βιβλίου, πλάτη
la parte del libro donde se unen las hojas y que suele llevar el título y el nombre del autor
Παραδείγματα
El título del libro está impreso en el lomo.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι τυπωμένος στο ράχη.



























