el logro
log
ˈloɣ
logh
ro
ɾo
ro
logrero

Ορισμός και σημασία του "logro"στα ισπανικά

01

επίτευγμα, επιτυχία

éxito o resultado satisfactorio que se obtiene tras un esfuerzo o trabajo 
el logro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
logros
Παραδείγματα
Graduarse de la universidad es un gran logro. 

Η αποφοίτηση από το πανεπιστήμιο είναι ένα μεγάλο επίτευγμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store