Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lidiar
01
αντιμετωπίζω
enfrentarse a problemas o situaciones difíciles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lidío
γ΄ ενικό πρόσωπο
lidía
ενεστώτα μετοχή
lidiando
απλός αόριστος
lidió
παθητική μετοχή
lidiado
Παραδείγματα
Debo lidiar con mucho estrés en el trabajo.
Πρέπει να αντιμετωπίσω πολύ άγχος στη δουλειά.
02
συμμετέχω στην πάλη ταύρων σε μια αρένα, αντιμετωπίζω τους ταύρους στην αρένα
participar en la lucha de toros en una plaza
Παραδείγματα
El torero salió a lidiar al ruedo.
Ο ταυρομάχος βγήκε για να παλέψει με τους ταύρους στην αρένα.



























