Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lidiar
01
αντιμετωπίζω
enfrentarse a problemas o situaciones difíciles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lidío
γ΄ ενικό πρόσωπο
lidía
ενεστώτα μετοχή
lidiando
απλός αόριστος
lidió
παθητική μετοχή
lidiado
Παραδείγματα
Lidiar con la presión no es fácil para todos.
Αντιμετώπιση της πίεσης δεν είναι εύκολη για όλους.
02
συμμετέχω στην πάλη ταύρων σε μια αρένα, αντιμετωπίζω τους ταύρους στην αρένα
participar en la lucha de toros en una plaza
Παραδείγματα
Muchos jóvenes sueñan con lidiar como toreros famosos.
Πολλοί νέοι ονειρεύονται να πολεμήσουν όπως διάσημοι ταυρομάχοι.



























