Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La libertad
01
ελευθερία, ανεξαρτησία
estado de poder actuar, pensar o expresarse sin restricciones ni coerción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Durante años lucharon por la libertad de su país.
Για χρόνια αγωνίστηκαν για την ελευθερία της χώρας τους.



























