liberar

Ορισμός και σημασία του "liberar"στα ισπανικά

liberar
01

απελευθερώνω

poner en libertad a alguien o algo que estaba detenido, confinado o bajo control
liberar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
libero
γ΄ ενικό πρόσωπο
libera
ενεστώτα μετοχή
liberando
απλός αόριστος
liberó
παθητική μετοχή
liberado
Παραδείγματα
Liberaron al pájaro de su jaula y voló hacia el bosque.
Απελευθέρωσαν το πουλί από το κλουβί του και πέταξε προς το δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store