legislar
legislar

Ορισμός και σημασία του "legislar"στα ισπανικά

legislar
01

νομοθετώ, θεσπίζω νόμους

crear, modificar o aprobar leyes mediante un órgano legislativo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
legislo
γ΄ ενικό πρόσωπο
legisla
ενεστώτα μετοχή
legislando
απλός αόριστος
legisló
παθητική μετοχή
legislado
Παραδείγματα
El congreso legisla sobre temas de interés nacional. 

Το κογκρέσο νομοθετεί σε θέματα εθνικού ενδιαφέροντος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store