Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legislar
01
νομοθετώ, θεσπίζω νόμους
crear, modificar o aprobar leyes mediante un órgano legislativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
legislo
γ΄ ενικό πρόσωπο
legisla
ενεστώτα μετοχή
legislando
απλός αόριστος
legisló
παθητική μετοχή
legislado
Παραδείγματα
Algunos países legislan sobre el uso de la tecnología en la educación.
Ορισμένες χώρες νομοθετούν για τη χρήση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση.



























