Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legalizar
01
νομιμοποιώ, παρέχω νομική ισχύ
dar validez legal a algo o hacer que algo cumpla con la ley
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
legalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
legaliza
ενεστώτα μετοχή
legalizando
απλός αόριστος
legalizó
παθητική μετοχή
legalizado
Παραδείγματα
Es un proceso largo para legalizar un negocio.
Είναι μια μακρά διαδικασία για να νομιμοποιήσετε μια επιχείρηση.



























