legalizar

Ορισμός και σημασία του "legalizar"στα ισπανικά

legalizar
01

νομιμοποιώ, παρέχω νομική ισχύ

dar validez legal a algo o hacer que algo cumpla con la ley
legalizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
legalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
legaliza
ενεστώτα μετοχή
legalizando
απλός αόριστος
legalizó
παθητική μετοχή
legalizado
Παραδείγματα
Es un proceso largo para legalizar un negocio.
Είναι μια μακρά διαδικασία για να νομιμοποιήσετε μια επιχείρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store