la legalidad

Ορισμός και σημασία του "legalidad"στα ισπανικά

01

νομιμότητα, συμμόρφωση με το νόμο

el conjunto de leyes que rigen un estado o ámbito
la legalidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Actuar dentro de la legalidad significa seguir el conjunto de normas establecidas.
Η δράση στο πλαίσιο της νομιμότητας σημαίνει την τήρηση του καθορισμένου συνόλου κανόνων.
02

νομιμότητα, νομιμοποίηση

la cualidad de un poder, gobierno o autoridad de ser considerado válido, justo y con derecho a ser obedecido
Παραδείγματα
Una ley puede ser formalmente válida pero carecer de legalidad a los ojos del pueblo.
Ένας νόμος μπορεί να είναι τυπικά έγκυρος αλλά να στερείται νομιμότητας στα μάτια του λαού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store