Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El lector
[female form: lectora][gender: masculine]
01
αναγνώστης, αναγνώστρια
persona que lee libros, artículos u otros textos
Παραδείγματα
La editorial valora mucho la opinión de sus lectores.
Ο εκδότης εκτιμά πολύ τη γνώμη των αναγνωστών του.



























