el lector
Pronunciation
/lektˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "lector"στα ισπανικά

01

αναγνώστης, αναγνώστρια

persona que lee libros, artículos u otros textos
el lector definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lectores
Παραδείγματα
La editorial valora mucho la opinión de sus lectores.
Ο εκδότης εκτιμά πολύ τη γνώμη των αναγνωστών του.
02

αναπληρωτής ξένων γλωσσών, βοηθός ξένης γλώσσας

asistente nativo o especializado que apoya la enseñanza de idiomas extranjeros en centros educativos
Παραδείγματα
El lector colabora con el profesor titular.
Ο λέκτορας συνεργάζεται με τον κύριο καθηγητή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store