la laca
la
ˈla
λα
ca
ka
κα
lachalascalacra

Ορισμός και σημασία του "laca"στα ισπανικά

01

βερνίκι νυχιών, λάκα για νύχια

producto líquido que se aplica sobre las uñas para dar color o protegerlas 
la laca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lacas
Παραδείγματα
Me pinté las uñas con un esmalte rojo. 

Έβαψα τα νύχια μου με ένα κόκκινο βερνίκι.

02

λακ για μαλλιά, σπρέι μαλλιών

producto que se aplica sobre el cabello para fijarlo y mantener el peinado 
la laca definition and meaning
Παραδείγματα
Me puse laca para que el peinado dure todo el día. 

Έβαλα λακ για τα μαλλιά για να κρατήσει το χτένισμα όλη την ημέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store