laboral
la
la
la
bo
βo
bo
ral
ˈɾal
ral
Mundialcordialmatinaltroncal

Ορισμός και σημασία του "laboral"στα ισπανικά

01

εργασιακός, επαγγελματικός

relacionado con el trabajo o las condiciones de empleo 
laboral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
laboral
αρσενικό πληθυντικό
laborales
θηλυκό ενικό
laboral
θηλυκό πληθυντικό
laborales
Παραδείγματα
El derecho laboral protege a los trabajadores. 

Το δίκαιο της εργασίας προστατεύει τους εργαζόμενους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store