Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laboral
01
εργασιακός, επαγγελματικός
relacionado con el trabajo o las condiciones de empleo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
laboral
αρσενικό πληθυντικό
laborales
θηλυκό ενικό
laboral
θηλυκό πληθυντικό
laborales
Παραδείγματα
El derecho laboral protege a los trabajadores.
Το δίκαιο της εργασίας προστατεύει τους εργαζόμενους.



























