Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laboral
01
εργασιακός, επαγγελματικός
relacionado con el trabajo o las condiciones de empleo
Παραδείγματα
El contrato laboral establece las condiciones del empleo.
Η εργασιακή σύμβαση καθορίζει τους όρους της απασχόλησης.



























