Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
labrar
01
οργώνω, καλλιεργώ
remover y preparar la tierra para sembrar o cultivar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
labro
γ΄ ενικό πρόσωπο
labra
ενεστώτα μετοχή
labrando
απλός αόριστος
labró
παθητική μετοχή
labrado
Παραδείγματα
El agricultor labró la tierra antes de sembrar maíz.
Ο αγρότης όργωσε τη γη πριν φυτέψει καλαμπόκι.



























