Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jurídico
01
νομικός
relacionado con el derecho o con las normas legales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jurídico
αρσενικό πληθυντικό
jurídicos
θηλυκό ενικό
jurídica
θηλυκό πληθυντικό
jurídicas
Παραδείγματα
El documento tiene validez jurídica.
Το έγγραφο έχει νομική ισχύ.



























