Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
judaico
01
εβραϊκός, ιουδαϊκός
relativo al judaísmo, a la religión o cultura de los judíos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
judaico
αρσενικό πληθυντικό
judaicos
θηλυκό ενικό
judaica
θηλυκό πληθυντικό
judaicas
Παραδείγματα
La comunidad judaica organiza eventos culturales y educativos.
Η εβραϊκή κοινότητα οργανώνει πολιτιστικές και εκπαιδευτικές εκδηλώσεις.



























