Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jubiloso
01
ευφραινόμενος, χαρούμενος
que siente o muestra gran alegría y entusiasmo
Παραδείγματα
Los niños estaban jubilosos jugando en el parque.
Τα παιδιά ήταν περιχαρή παίζοντας στο πάρκο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευφραινόμενος, χαρούμενος