la joyería
jo
xo
kho
yer
ˈʝeɾi
yeri
ía
a
a
tranvíaautovíaOceaníacirugía

Ορισμός και σημασία του "joyería"στα ισπανικά

01

κοσμηματοπωλείο

tienda donde se venden joyas como anillos, collares, pulseras y relojes 
la joyería definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
joyerías
Παραδείγματα
Fui a la joyería a comprar un anillo. 

Πήγα στο κοσμηματοπωλείο για να αγοράσω ένα δαχτυλίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store