Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jovial
01
ευδιάθετος
que muestra alegría, buen humor o entusiasmo de manera evidente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más jovial
συγκριτικός βαθμός
más jovial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jovial
αρσενικό πληθυντικό
joviales
θηλυκό ενικό
jovial
θηλυκό πληθυντικό
joviales
Παραδείγματα
Los niños estaban joviales jugando en el parque.
Τα παιδιά ήταν ευδιάθετα παίζοντας στο πάρκο.
Λεξικό Δέντρο
jovial
jove



























