la joya
jo
ˈxo
kho
ya
ʝa
ya
claraboyachirimoya

Ορισμός και σημασία του "joya"στα ισπανικά

01

κόσμημα

un objeto decorativo y valioso, como un anillo o un collar, que se usa como adorno personal 
la joya definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
joyas
Παραδείγματα
Compró una joya de plata para regalar en el aniversario. 

Αγόρασε ένα κόσμημα από ασήμι για να το χαρίσει στην επέτειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store