Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La joya
01
κόσμημα
un objeto decorativo y valioso, como un anillo o un collar, que se usa como adorno personal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
joyas
Παραδείγματα
La joya tenía un diamante enorme en el centro.
Το κοσμήμα είχε ένα τεράστιο διαμάντι στο κέντρο.



























