Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrepetible
01
ανεπανάληπτος, μοναδικός
que no puede repetirse o reproducirse de la misma manera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas irrepetible
συγκριτικός βαθμός
mas irrepetible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irrepetible
αρσενικό πληθυντικό
irrepetibles
θηλυκό ενικό
irrepetible
θηλυκό πληθυντικό
irrepetibles
Παραδείγματα
Ese instante irrepetible cambió su vida.
Αυτή η ανεπανάληπτη στιγμή άλλαξε τη ζωή του.



























