irascible
i
i
i
ras
ɾas
ras
cib
ˈθib
thib
le
le
le

Ορισμός και σημασία του "irascible"στα ισπανικά

01

ευερέθιστος

que se enoja o irrita con mucha facilidad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más irascible
συγκριτικός βαθμός
más irascible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irascible
αρσενικό πληθυντικό
irascibles
θηλυκό ενικό
irascible
θηλυκό πληθυντικό
irascibles
Παραδείγματα
Tiene un carácter irascible y poca paciencia. 

Έχει ευέξαπτο χαρακτήρα και λίγη υπομονή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store