Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intoxicar
01
δηλητηριάζω, τοξικώ
causar daño al organismo por la introducción de sustancias tóxicas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
intoxico
γ΄ ενικό πρόσωπο
intoxica
ενεστώτα μετοχή
intoxicando
απλός αόριστος
intoxicó
παθητική μετοχή
intoxicado
Παραδείγματα
La comida en mal estado puede intoxicar al organismo.
Το χαλασμένο φαγητό μπορεί να δηλητηριάσει τον οργανισμό.
02
δηλητηριάζομαι
sufrir los efectos de una sustancia tóxica o dañina en el organismo
Παραδείγματα
Se intoxicó por comer alimentos en mal estado.
Δηλητηριάστηκε τρώγοντας χαλασμένα τρόφιμα.



























