Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instruir
01
διδάσκω
enseñar o transmitir conocimientos o habilidades a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
instruyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
instruye
ενεστώτα μετοχή
instruyendo
απλός αόριστος
instruyó
παθητική μετοχή
instruido
Παραδείγματα
El programa instruye a los niños en programación básica.
Το πρόγραμμα διδάσκει τα παιδιά βασικό προγραμματισμό.
02
ενημερώνω, δίνω οδηγίες
dar instrucciones, información detallada o directrices a alguien
Παραδείγματα
El juez procedió a instruir al jurado sobre sus deberes.
Ο δικαστής προχώρησε να καθοδηγήσει το δικαστήριο για τα καθήκοντά του.



























