Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instruir
01
διδάσκω
enseñar o transmitir conocimientos o habilidades a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
instruyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
instruye
ενεστώτα μετοχή
instruyendo
απλός αόριστος
instruyó
παθητική μετοχή
instruido
Παραδείγματα
El profesor instruyó a los alumnos sobre el nuevo método.
Ο καθηγητής διέταξε τους μαθητές για τη νέα μέθοδο.
02
ενημερώνω, δίνω οδηγίες
dar instrucciones, información detallada o directrices a alguien
Παραδείγματα
El abogado debe instruir a su cliente sobre los riesgos de declarar.
Ο δικηγόρος πρέπει να ενημερώσει τον πελάτη του για τους κινδύνους της κατάθεσης.



























