Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insigne
01
διακεκριμένος, περίφημος
que destaca por su gran relevancia, fama o excelencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas insigne
συγκριτικός βαθμός
mas insigne
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insigne
αρσενικό πληθυντικό
insignes
θηλυκό ενικό
insigne
θηλυκό πληθυντικό
insignes
Παραδείγματα
La institución cuenta con miembros insignes.
Το ίδρυμα έχει διακεκριμένα μέλη.



























