Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ingeniería
[gender: feminine]
01
μηχανική
ciencia y técnica que aplican conocimientos para diseñar y construir soluciones prácticas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ingeniería busca soluciones a problemas técnicos.
Η μηχανική αναζητά λύσεις σε τεχνικά προβλήματα.



























