Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infundado
01
αβάσιμος, αστήρικτος
que no tiene base o fundamento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más infundado
συγκριτικός βαθμός
más infundado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
infundado
αρσενικό πληθυντικό
infundados
θηλυκό ενικό
infundada
θηλυκό πληθυντικό
infundadas
Παραδείγματα
Era un miedo infundado.
Ήταν ένας αβάσιμος φόβος.



























