infundado
infundado

Ορισμός και σημασία του "infundado"στα ισπανικά

01

αβάσιμος, αστήρικτος

que no tiene base o fundamento 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más infundado
συγκριτικός βαθμός
más infundado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
infundado
αρσενικό πληθυντικό
infundados
θηλυκό ενικό
infundada
θηλυκό πληθυντικό
infundadas
θεματικό πεδίο
evaluación, veracidad
Παραδείγματα
La acusación es infundada. 

Η κατηγορία είναι αβάσιμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store