Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infringir
01
παραβιάζω, παραβαίνω
violar o quebrantar una ley, un reglamento, un acuerdo o un derecho
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
infrinjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
infringe
ενεστώτα μετοχή
infringiendo
απλός αόριστος
infringió
παθητική μετοχή
infringido
Παραδείγματα
El gobierno fue acusado de infringir los derechos humanos básicos de la población.
Η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι παραβιάζει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα του πληθυσμού.



























