infringir
inf
inf
inf
rin
ɾin
rin
gir
ˈxiɾ
khir
coincidirdescubrirpersistirrescindir

Ορισμός και σημασία του "infringir"στα ισπανικά

infringir
01

παραβιάζω, παραβαίνω

violar o quebrantar una ley, un reglamento, un acuerdo o un derecho 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
infrinjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
infringe
ενεστώτα μετοχή
infringiendo
απλός αόριστος
infringió
παθητική μετοχή
infringido
Παραδείγματα
Infringir las normas de tráfico puede resultar en una multa severa. 

Η παράβαση των κανόνων κυκλοφορίας μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρό πρόστιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store