Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informar
01
ενημερώνω, ανακοινώνω
comunicar noticias, datos o información a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
informo
γ΄ ενικό πρόσωπο
informa
ενεστώτα μετοχή
informando
απλός αόριστος
informó
παθητική μετοχή
informado
Παραδείγματα
El director informó a los padres sobre los cambios en el horario.
Ο διευθυντής ενημέρωσε τους γονείς για τις αλλαγές στο πρόγραμμα.
02
ενημερώνομαι
adquirir noticias o conocimientos por cuenta propia sobre un asunto
Παραδείγματα
Es importante informarse antes de votar.
Είναι σημαντικό να ενημερώνεσαι πριν από την ψηφοφορία.



























