Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informar
01
ενημερώνω, ανακοινώνω
comunicar noticias, datos o información a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
informo
γ΄ ενικό πρόσωπο
informa
ενεστώτα μετοχή
informando
απλός αόριστος
informó
παθητική μετοχή
informado
Παραδείγματα
El médico nos informó de que todo había salido bien.
Ο γιατρός μας ενημέρωσε ότι όλα πήγαν καλά.
02
ενημερώνομαι
adquirir noticias o conocimientos por cuenta propia sobre un asunto
Παραδείγματα
Ellos se informan a través de internet.
Αυτοί ενημερώνονται μέσω του διαδικτύου.



























