Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inepto
01
ανίκανος, ακατάλληλος
que no tiene la capacidad o habilidad necesaria para algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas inepto
συγκριτικός βαθμός
mas inepto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inepto
αρσενικό πληθυντικό
ineptos
θηλυκό ενικό
inepta
θηλυκό πληθυντικό
ineptas
Παραδείγματα
Su respuesta inepta sorprendió a todos.
Η ανίκανη απάντησή του εξέπληξε τους πάντες.



























