Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indultar
01
συγχωρώ, αμνηστεύω
perdonar oficialmente a un condenado, liberándolo de cumplir la pena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
indulto
γ΄ ενικό πρόσωπο
indulta
ενεστώτα μετοχή
indultando
απλός αόριστος
indultó
παθητική μετοχή
indultado
Παραδείγματα
Indultaron al hombre justo antes de su ejecución.
Indultaron τον άνδρα λίγο πριν από την εκτέλεσή του.



























