Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El individualista
01
ατομικιστής
persona que da prioridad a los intereses propios sobre los del grupo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
individualistas
Παραδείγματα
Es un individualista y prefiere trabajar solo.
Είναι ατομικιστής και προτιμά να εργάζεται μόνος.



























