Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indeciso
01
αποφασιστικός
que no puede tomar decisiones con seguridad o confianza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indeciso
συγκριτικός βαθμός
más indeciso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indeciso
αρσενικό πληθυντικό
indecisos
θηλυκό ενικό
indecisa
θηλυκό πληθυντικό
indecisas
Παραδείγματα
Él permaneció indeciso hasta el último momento.
Παραμένει αναποφάσιστος μέχρι την τελευταία στιγμή.



























