incurrir
incurrir

Ορισμός και σημασία του "incurrir"στα ισπανικά

incurrir
01

διαπράττω, υπόκειμαι

cometer una falta, error o acto sancionable 
incurrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
incurro
γ΄ ενικό πρόσωπο
incurre
ενεστώτα μετοχή
incurriendo
απλός αόριστος
incurrió
παθητική μετοχή
incurrido
Παραδείγματα
Incurrió en un delito grave. 

Διέπραξε σοβαρό έγκλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store