Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incurrir
01
διαπράττω, υπόκειμαι
cometer una falta, error o acto sancionable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
incurro
γ΄ ενικό πρόσωπο
incurre
ενεστώτα μετοχή
incurriendo
απλός αόριστος
incurrió
παθητική μετοχή
incurrido
Παραδείγματα
Cualquier persona que incurra en esa acción será sancionada.
Οποιοδήποτε άτομο διαπράττει αυτήν την ενέργεια θα τιμωρηθεί.



























