Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incontable
01
αμέτρητος, αναρίθμητος
que no se puede contar por ser muy grande en número
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incontable
αρσενικό πληθυντικό
incontables
θηλυκό ενικό
incontable
θηλυκό πληθυντικό
incontables
Παραδείγματα
Hay libros incontables en la biblioteca.
Υπάρχουν αμέτρητα βιβλία στη βιβλιοθήκη.



























