Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsolable
01
απαρηγόρητος
tan triste o afligido que no se puede consolar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inconsolable
συγκριτικός βαθμός
más inconsolable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inconsolable
αρσενικό πληθυντικό
inconsolables
θηλυκό ενικό
inconsolable
θηλυκό πληθυντικό
inconsolables
Παραδείγματα
Se quedó inconsolable sin encontrar palabras de consuelo.
Παραμένει απαρηγόρητος χωρίς να βρει λόγια παρηγοριάς.
Λεξικό Δέντρο
inconsolable
consolable



























