Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improductivo
01
μη παραγωγικός
que no produce resultados, rendimiento o beneficio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más improductivo
συγκριτικός βαθμός
más improductivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
improductivo
αρσενικό πληθυντικό
improductivos
θηλυκό ενικό
improductiva
θηλυκό πληθυντικό
improductivas
Παραδείγματα
El sistema es improductivo y lento.
Το σύστημα είναι αντιπαραγωγικό και αργό.



























