impartir

Ορισμός και σημασία του "impartir"στα ισπανικά

impartir
01

προσφέρω, δίνω

dar o transmitir conocimientos, enseñanzas o instrucciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
imparto
γ΄ ενικό πρόσωπο
imparte
ενεστώτα μετοχή
impartiendo
απλός αόριστος
impartió
παθητική μετοχή
impartido
Παραδείγματα
El centro imparte educación a distancia.
Το κέντρο παρέχει εξ αποστάσεως εκπαίδευση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store