Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impartir
01
προσφέρω, δίνω
dar o transmitir conocimientos, enseñanzas o instrucciones
Παραδείγματα
El centro imparte educación a distancia.
Το κέντρο παρέχει εξ αποστάσεως εκπαίδευση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προσφέρω, δίνω