Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ilustrar
01
εικονογραφώ
crear dibujos o imágenes para acompañar un texto
Παραδείγματα
El artista ilustra libros para niños.
Ο καλλιτέχνης εικονογραφεί βιβλία για παιδιά.
02
εξηγώ, αποσαφηνίζω
explicar o aclarar algo con ejemplos, datos o hechos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ilustro
γ΄ ενικό πρόσωπο
ilustra
ενεστώτα μετοχή
ilustrando
απλός αόριστος
ilustró
παθητική μετοχή
ilustrado
Παραδείγματα
El profesor ilustra la teoría con un experimento.
Ο δάσκαλος εξηγεί τη θεωρία με ένα πείραμα.



























