Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iluminado
01
φωτισμένος
que ha alcanzado un alto nivel de comprensión intelectual o espiritual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas iluminado
συγκριτικός βαθμός
mas iluminado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
iluminado
αρσενικό πληθυντικό
iluminados
θηλυκό ενικό
iluminada
θηλυκό πληθυντικό
iluminadas
Παραδείγματα
Es un pensador iluminado de su época.
Είναι ένας φωτισμένος στοχαστής της εποχής του.
El iluminado
01
φωτισμένος, ιδιοφυΐα
persona con ideas originales o gran claridad de pensamiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
iluminados
Παραδείγματα
Es un iluminado que siempre propone soluciones nuevas.
Είναι ένας φωτισμένος που προτείνει πάντα νέες λύσεις.



























